ἐφόδια

ἐφόδ-ια, τά,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφόδια — neut nom/voc/acc pl ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc pl ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀφόδια — ἐφόδια , ἐφόδια neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδιάσας — ἐφοδιά̱σᾱς , ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey fut part act fem acc pl (doric) ἐφοδιά̱σᾱς , ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey fut part act fem gen sg (doric) ἐφοδιά̱σᾱς , ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδι' — ἐφόδια , ἐφόδια neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιον supplies for travelling neut nom/voc/acc pl ἐφόδια , ἐφόδιος for a journey neut nom/voc/acc pl ἐφόδιε , ἐφόδιος for a journey masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδιάσαι — ἐφοδιά̱σᾱͅ , ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey fut part act fem dat sg (doric) ἐφοδιά̱σᾱͅ , ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey fut part act fem dat sg (doric) ἐφοδιάζω furnish with supplies for a journey aor inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίοις — ἐφόδια neut dat pl ἐφόδιον supplies for travelling neut dat pl ἐφόδιος for a journey masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφοδίων — ἐφόδια neut gen pl ἐφόδιον supplies for travelling neut gen pl ἐφόδιος for a journey masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφόδιο — το (ΑΜ ἐφόδιον, Α συν. στον πληθ. ἐφόδια, τὰ και ιων. τύπος ἐπόδια) 1. τα αναγκαία χρήματα ή τρόφιμα για την οδοιπορία ή το ταξίδι 2. γενικώς τα αναγκαία, τα απαραίτητα για κάτι και ειδικώς τα απαραίτητα πολεμοφόδια, καθετί που χρειάζεται για τη… …   Dictionary of Greek

  • Tratados entre Roma y Cartago — Relieve de una corbita romana encontrado en las ruinas de Cartago. La disputa en el control del comercio marítimo entre ambas naciones llevó a que se ensayaran, en diversos acuerdos, repartos de áreas de influencia en el Mediterráneo. Los… …   Wikipedia Español

  • εφοδιάζω — (ΑΜ ἐφοδιάζω, Α και ιων. τ. ἐποδιάζω) [εφόδιον] 1. παρέχω εφόδια, προμηθεύω σε κάποιον τα αναγκαία για την πορεία ή την εκστρατεία 2. παρέχω τα μέσα, τα εφόδια για κάτι, προμηθεύω 4. μέσ. εφοδιάζομαι προμηθεύομαι, παίρνω κάτι για τον εαυτό μου… …   Dictionary of Greek

  • εφοδιοφόρος — ο 1. (για μεταφορικά μέσα) αυτός που κομίζει εφόδια, που μεταφέρει εφόδια («εφοδιοφόρος άμαξα») 2. φρ. «εφοδιοφόρο όχημα» φορτηγό όχημα αμαξοστοιχίας που μεταφέρει το κάρβουνο και το νερό τής μηχανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφόδιο + φόρος (< φέρω) πρβλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.